Η πρώτη μεγάλη Πύλη άνοιξε διάπλατα και από μέσα ακούστηκε μια φωνή:
“Ηρακλή, γιέ μου, προχώρησε.
Να περάσεις μέσα από την Πύλη και να προχωρήσεις στο Δρόμο.
Να εκτελέσεις τον άθλο σου και να γυρίσεις πίσω σε μένα και να μου αναφέρεις, τι έκανες”.
Με κραυγές θριάμβου ο Ηρακλής όρμησε, τρέχοντας ανάμεσα στις στήλες της Πύλης, γεμάτος πίστη και σιγουριά για τη δύναμή του.
Έτσι, ξεκίνησε για τον πρώτο άθλο και η πρώτη μεγάλη πράξη υπηρεσίας άρχισε.
Η ιστορία αυτή αποτελεί διδασκαλία για τους Υιούς των ανθρώπων, που είναι Yιοί του Θεού.
Ο γιός του Άρη, ο φημισμένος Διομήδης, βασίλευε στη Χώρα πέρα από την Πύλη και εκεί έτρεφε άλογα και πολεμικές φοράδες, μέσα στους βάλτους της χώρας του.
Άγρια ήταν αυτά τα άλογα και θηριώδεις οι φοράδες και όλοι οι άνθρωποι έτρεμαν στο άκουσμά τους, γιατί αφάνιζαν τη χώρα,
- προκαλώντας μεγάλες ζημιέςκαι
- σκοτώνοντας όλους τους υιούς των ανθρώπων που βρίσκονταν στο πέρασμά τους,
γιατί γεννούσαν όλο και πιο άγρια και μοχθηρά άλογα.
“Πιάσε αυτές τις φοράδες και σταμάτησε το κακό”, ήταν η εντολή που αντήχησε στα αυτιά του Ηρακλή.
“Πήγαινε, λύτρωσε αυτή τη μακρινή χώρα και όσους ζουν σ’ αυτή.”
“Άβδηρε, έλα και βοήθησέ με σ’ αυτό το έργο”, φώναξε ο Ηρακλής,
καλώντας τον πολυαγαπημένο φίλο που πάντα τον ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε.
Και ο Άβδηρος ήρθε και πήρε θέση δίπλα στο φίλο του και μαζί του ανέλαβε το έργο.
Καταστρώνοντας με προσοχή τα σχέδια τους και οι δύο ακολούθησαν τα άλογα, που περιφέρονταν στις κοιλάδες και τους βάλτους της περιοχής εκείνης.
Τελικά, περιόρισε τις άγριες αυτές φοράδες σε ένα χώρο μέσα στον οποίο δεν μπορούσαν πια να κινηθούν και εκεί τις έπιασε και τις έδεσε.
Με αλαλαγμούς χαράς πανηγύρισε την επιτυχία του.
Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά του για την αξιοσύνη που έδειξε, ώστε πίστεψε ότι ήταν κατώτερο από την αξίατου να κρατήσει ο ίδιος τις φοράδες ή να τις οδηγήσει στο Δρόμογια το Διομήδη.
Φώναξε το φίλο του λέγοντάς του: “Άβδηρε, έλα και οδήγησε αυτά τα άλογα μέσα από την Πύλη”.
Και έπειτα, κάνοντας μεταβολή, βάδισε περήφανα προς τα εμπρός.
Αλλά ο Άβδηρος
- ήταν αδύναμος και
- φοβήθηκε τοέργο.
Δεν μπόρεσενα συγκρατήσει τις φοράδες ή να τις χαλιναγωγήσει ή να τις οδηγήσει μέσα από την Πύλη στα αχνάρια του φίλου του.
Αυτές στράφηκαν πάνω του, τον ποδοπάτησαν και τον ξέσκισαν.
Τον σκότωσαν και ξεχύθηκαν στους άγριους τόπους του Διομήδη.
- Σοφότερος
- φοβισμένος
- ταπεινωμένος και
- αποθαρρυμένος
ο Ηρακλής ξαναγύρισε στο έργο του.
Κυνήγησε πάλι τις φοράδες εδώ και εκεί, αφήνοντας το φίλο του νεκρό πάνω στο χώμα.
Μόνος του ξανάπιασε τα άλογα και τα οδήγησε μέσα από την Πύλη, ο Άβδηρος όμως ήταν νεκρός.
Ο Δάσκαλος τον κοίταξε με προσοχή και έστειλε τα άλογα σε τόπο ειρήνης για
- να εξημερωθούν και
- να καταπονηθούν στο έργο τους.
Ο λαός εκείνης της χώρας, απαλλαγμένος από το φόβο, καλωσόρισε τον ελευθερωτή, ζητωκραυγάζοντας τον Ηρακλή σαν Σωτήρα της χώρας.
Ο Άβδηρος όμως ήταν νεκρός.
Ο Δάσκαλος στράφηκε στον Ηρακλή και είπε:
“Ο πρώτος άθλοςτελείωσε. Το έργο περατώθηκε, αλλά έγινε με άσχημο τρόπο.
- Πάρε το αληθινό μάθημα από το έργο σου αυτό και έπειτα
- προχώρησε για μεγαλύτερη υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου.
Πήγαινε στη χώρα που φρουρείται από τη δεύτερη Πύλη, για να βρεις και να πιάσεις τον ιερό Ταύρο μέσα στον Άγιο Τόπο”.
Ο Προεστός μίλησε στο Δάσκαλο του ανθρώπου και το Φως του έλαμψε μεταξύ των υιών των ανθρώπων που είναι Υιοί του Θεού.
“Πού είναι ο άνθρωπος που
- στάθηκε δυναμικά μπροστά στους Θεούς
- πήρε τα δώρα τους και
- πέρασε μέσα από την πρώτη ορθάνοιχτη Πύλη για να εκτελέσει το έργο του;”
“Αναπαύεται,μεγάλε Προεστέ και αναλογίζεται την αποτυχία του,
θρηνεί για τον Άβδηρο και ζητά βοήθεια από τον ίδιο τον εαυτό του .”
“Καλά. Ταδώρα της αποτυχίας εγγυώνται επιτυχία, όταν κατανοηθούν σωστά.
Να επαναλάβει το έργο άλλη μια φορά, να περάσει τη δεύτερη Πύλη και να γυρίσει πίσω, τελειώνοντας γρήγορα.”
Η δεύτερη Πύλη ήταν ορθάνοιχτη και από το Φως που έπεφτε στη μακρινή σκηνή, ακούστηκε μια φωνή που έλεγε:
“Πέρασε μέσα από την Πύλη,
προχώρησε στο δρόμο σου,
εκτέλεσε τον άθλο σου και γύρισε πίσω σε μένα για να αναφέρεις τι έκανες”.
Ο Ηρακλής
- μόνος και περίλυπος
- με συνείδηση της ανάγκης και
- βυθισμένος σε βαθιά στενοχώρια,
- πέρασε αργά από τις Στήλες της Πύλης προς το Φως που λάμπει εκεί που μένει ο ΙερόςΤαύρος.
Στον ορίζοντα πρόβαλε το ωραίο νησί που έμενε ο ταύρος,
εκεί που μόνο τολμηροί άνδρες μπορούσαν να μπουν, στον μεγάλο αυτό λαβύρινθο που σε σαστίζει και σε φέρνει σε αμηχανία,
το λαβύρινθο του Μίνωα, του βασιλιά της Κρήτης, του φύλακα του ταύρου.
Διασχίζοντας τον ωκεανό προς το ηλιόλουστο νησί, αν και δε μας λένε με πιο τρόπο, ο Ηρακλής άρχισε το έργο του:
να ψάξει για να βρει τον ταύρο και
να τον οδηγήσει στον Ιερό Τόπο, όπου κατοικούν οι μονόφθαλμοι άνθρωποι.
Από τόπο σε τόπο κυνήγησε τον Ταύρο, οδηγημένος από το λαμπερό άστρο που φεγγοβολούσε στο μέτωπο του Ταύρου, ένα λαμπρό Φως σεένα σκοτεινό τόπο.
Το Φως αυτό αλλάζοντας θέση με τις κινήσεις του Ταύρου, τον οδηγούσε από το ένα σημείο στο άλλο.
Μόνος του
- αναζήτησε τον ταύρο
- τον κυνήγησε στο άντρο του
- τον έπιασε και ανέβηκε στη ράχη του.
Γύρω του στέκονταν οι επτά Αδελφές, παροτρύνοντάς τον στο Δρόμο του. Και μέσα στο Φως που έλαμπε ο Ηρακλής καβαλίκεψε τον Ταύρο, διασχίζοντας τα φεγγαρόλουστα νερά προς το νησί της Κρήτης, τη χώρα που κατοικούσαν οι τρεις Κύκλωπες.
Αυτοί οι τρεις μεγάλοι Υιοί του Θεού, περίμεναν την επιστροφή του, παρακολουθώντας την πορεία του μέσα από τα κύματα.
Καβαλίκεψε τον ταύρο σαν να ήταν άλογο και με το τραγούδι των Αδελφών στο δρόμο του, πλησίασε στην ξηρά.
“Έρχεται με δύναμη”, είπε ο Βρόντος και πήγε να τον συναντήσει στην ακτή.
“Καβαλικεύει μέσα στο Φως”, είπε ο Στερώπις, “το εσώτερο Φως του θα γίνει λαμπρότερο”. Και το Φως φούντωσε και έγινε,αιφνίδια, φλόγα.
“Έρχεται γρήγορα”, είπε ο Άργος, “καβαλικεύει μέσα από τα κύματα”.
Ο Ηρακλής πλησίασε,
- παρορμώντας τον Ιερό Ταύρο πάνω στο Δρόμο
- ρίχνοντας Φως στην ατραπό που οδηγούσε από την Κρήτη στο Ναό του Κυρίου, στην πόλη των μονόφθαλμων ανθρώπων.
Στη στεριά, στην άκρη των υδάτων, στάθηκαν οι τρεις αυτοί άνθρωποι και άρπαξαν τον Ταύρο, απομακρύνοντάς τον από τον Ηρακλή.
“Τι έχεις εδώ;” είπε ο Βρόντος, σταματώντας τον Ηρακλή πάνω στο Δρόμο.
“Τον Ιερό Ταύρο, Αγιώτατε.”
“Ποιος είσαι; Πες μας τώρα το όνομά σου”, είπε ο Στερώπις.
“Είμαι ο Υιός της Ήρας, ένας υιός του ανθρώπου, αλλά και έναςΥιός του Θεού.
Εκτέλεσα το έργο μου.
Πάρε τώρα τον Ταύρο στον Ιερό Τόπο και σώσε τον από βέβαιο θάνατο γιατί ο Μίνωας επιθυμεί να τον θυσιάσει.”
“Ποιος σου είπε ν’ αναζητήσεις και να σώσεις τον Ταύρο;” είπε ο Άργος, πηγαίνοντας στον Ιερό Τόπο.
“Αισθάνθηκα μια εσωτερική παρόρμηση και ζήτησα το Δάσκαλό μου.
Το είπε ο μεγάλος Προεστός, Αυτός με έστειλε στο Δρόμοκαι ύστερα από πολλές αναζητήσεις και πολλούς κόπους βρήκα τον Ταύρο.
Βοηθούμενος από το άγιο Φως του, τον οδήγησα από τη θάλασσα που μας χωρίζει και τον έφερα στον Ιερό τούτο Τόπο.”
“Πήγαινε με ειρήνη, υιέ μου, το έργο σου εκτελέστηκε.”
Από τα νερά ακούστηκαν οι φωνές των επτά Αδελφών που τραγουδούσαν γύρω στον Ταύρο και ακόμη από πιο κοντά η ψαλμωδία των μονόφθαλμων ανθρώπων μέσα από το Ναό του Κυρίου, ψηλά στον Ιερό Τόπο.
Ο Δάσκαλος τον είδε να έρχεται και πήγε να τον συναντήσει στον Δρόμο.
“Ήλθες με άδεια χέρια, Ηρακλή”, είπε ο Δάσκαλος.
“Έχω άδεια χέρια, γιατί εκπλήρωσα το έργο που μου ανατέθηκε.
Ο Ιερός Ταύρος σώθηκε, ασφαλής με τους Τρεις.
Τι απομένει;”
“Στο Φως θα δεις Φως. Περπάτα μέσα σε αυτό το Φως και εκεί θα δεις Φως.
Το Φως σου πρέπει να Φωτίσει εντονότερα.
Ο Ταύρος βρίσκεται στον Ιερό Τόπο.”
Ο Ηρακλής ξάπλωσε στη χλόη και αναπαύθηκε από τον μόχθο του.
Αργότερα ο Δάσκαλος στράφηκε στον Ηρακλή και είπε: “Ο δεύτερος άθλος εκτελέστηκε και το έργο ήταν εύκολο.
Μάθε από αυτό το έργο το μάθημα της αναλογίας.
Χρειάζεται δύναμη για να εκτελέσεις τολμηρό έργο.
Η προθυμία για να κάνεις το καθήκον σου δεν επιβαρύνει τις δυνάμεις σου.
Αυτά είναι τα δύο μαθήματα που έμαθες.
Σήκω αμέσως και αναζήτησε τη Χώρα που φρουρείται από την Τρίτη Πύλη και βρες τα χρυσά μήλα. Φέρε τα εδώ”.
Ο Μεγάλος Προεστός μέσα από την Αίθουσα του Συμβουλίου του Κυρίου, παρακολούθησε τους άθλους του υιού του ανθρώπου που είναι Υιός του Θεού.
Αυτός και ο Δάσκαλος είδαν την τρίτη μεγάλη Πύλη ν’ ανοίγει μπροστά στον υιό του ανθρώπου και ν’ αποκαλύπτει μια νέα ευκαιρία γιανα βαδίσει το Δρόμο.Σημείωσαν πώς σηκώθηκε ο Εργάτης και πώς προετοιμάστηκε για ν’ αρχίσει το έργο του.
Πέρα, σε μια μακρινή χώρα, μεγάλωνε το Ιερό Δέντρο, το Δέντρο της Σοφίας που πάνω του βρίσκονταν τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Η φήμη των γλυκών αυτών καρπών είχε φτάσει σε μακρινές χώρες και όλοι οι υιοί των ανθρώπων που αναγνώριζαν τους εαυτούς των σαν Υιούς του Θεού, επιθυμούσαν τους καρπούς αυτούς.
Έτσι δόθηκε τα μήνυμα:
“Διαμήνυσε να φυλαχθεί το Ιερό Δέντρο.
Ο Ηρακλής
- να αναπτύξει τη δύναμή του για έρευνα
- με θάρρος
- χωρίς ψευδαισθήσεις και
- χωρίς μεγάλη σπουδή
- να δείξει καρτερικότητα.
Μέχρι τώρα καλά τα κατάφερε.”
Ο Ηρακλής ήξερε γι’ αυτούς τους καρπούς και όταν του δόθηκε το μήνυμα να τους ψάξει, αναζήτησε το Δάσκαλο, ρωτώντας Τον για το δρόμο που έπρεπε να πάρει για να βρει το Ιερό Δένδρο και να κόψει τα μήλα.
“Δείξε μου το Δρόμο, Δάσκαλε της ψυχής μου. Ζητώ να βρω τα μήλα, τα χρειάζομαι γρήγορα για μένα τον ίδιο. Δείξε μου τον πιο σύντομο δρόμο και θα τον ακολουθήσω!”
“Δεν είναι έτσι, υιέ μου”, απάντησε ο Δάσκαλος, “ο δρόμος είναι μακρύς. Δύο μόνο πράγματα θα σου εμπιστευτώ και έπειτα από εσένα εξαρτάται ν’ αποδείξεις την αλήθεια των λόγων μου.
Να θυμάσαι ότι το Ιερό Δένδρο φρουρείται καλά.
Τρεις ωραίες παρθένες φροντίζουν το δένδρο και προστατεύουν καλά τους καρπούς του. Ένας δράκοντας με εκατό κεφάλια προστατεύει τις παρθένες και το δένδρο.
Φυλάξουκαλά
- από τη δύναμη αυτή που είναι πολύ μεγάλη για σένα και
- από τα πολύ έξυπνα τεχνάσματα που ξεπερνούν την αντίληψή σου.
Πρόσεξε πολύ.
Το δεύτερο πράγμα που θέλω να σου πω, είναι ότι η έρευνά σου θα σε φέρει εκεί όπου μέσα στο Δρόμο σου θα συναντήσεις, πέντε μεγάλες δοκιμασίες.
Καθεμιά θα σου προσφέρει τα μέσα για να εκτελέσεις το σκοπό σου με
- σοφία
- κατανόηση
- επιδεξιότητα και
- ευκαιρία.
Πρόσεχε καλά.
Φοβάμαι, υιέ μου, ότι δεν θα πετύχεις να αναγνωρίσεις αυτά τα σημεία στο Δρόμο σου.
Όμως μόνο ο χρόνος θα δείξει.
Ο Θεός ας ευοδώσει την έρευνά σου.”
Ο Ηρακλής με πίστη,
γιατί μόνο επιτυχίες είχε μέχρι τώρα συναντήσει,
προχώρησε στο Δρόμοβέβαιος για
- τον εαυτό του
- τη σύνεσή του και
- τη δύναμή του.
Πέρασε την τρίτη Πύλη, πηγαίνοντας βόρεια.
Διέσχισε τη χώρα ζητώντας το Ιερό Δένδρο, αλλά δεν το βρήκε.
Ρωτούσε όλους τους ανθρώπους που συναντούσε, αλλά κανένας δεν μπορούσε να τον οδηγήσει στο δρόμο του.
Κανένας δε γνώριζε τον τόπο.
Πέρασε καιρός και ακόμη έψαχνε, περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο και γυρίζοντας συχνά στην τρίτη Πύλη.
Λυπημένος και αποθαρρυμένος συνεχίζει με κάθε τρόπο την έρευνά του.
Ο Δάσκαλος που παρακολουθούσε από μακριά, έστειλε το Νηρέα να δει αν μπορούσε να βοηθήσει.
Πήγε πολλές φορές
- με διαφορετική μορφή και
- με διάφορα λόγια αλήθειας,
ο Ηρακλής όμως δεν ανταποκρινόταν γιατί δεν ήξερε ποιος ήταν ο απεσταλμένος.
Ο Νηρέας απέτυχε, αν και ήταν
- επιδέξιος στο λόγο και
- σώφρων με τη βαθιά σοφία ενός Υιού του Θεού,
γιατί ο Ηρακλής ήταν τυφλός.
Ο Ηρακλής δεν αναγνώρισε τη βοήθεια, που με τόσο έντεχνο τρόπο του προσφέρθηκε.
Με λύπη επέστρεψε ο Νηρέας στο Δάσκαλο για ν’ αναφέρει την αποτυχία με κάθε λεπτομέρεια.
Ο Δάσκαλος απάντησε:
“Η πρώτη από τις πέντε δοκιμασίες πέρασε και στο στάδιο αυτό σημειώθηκε αποτυχία.
Ας προχωρήσει ο Ηρακλής”.
Μη βρίσκοντας ο Ηρακλής το Ιερό Δέντρο στο Δρόμο προς Βορρά, στράφηκε προς το Νότο και στον τόπο αυτού του σκότους συνέχισε την έρευνά του.
Στην αρχή ονειρεύτηκε μια σύντομη επιτυχία,
αλλά ο Ανταίος, ο όφις, τον συνάντησε σ’ αυτό το Δρόμο και πάλεψε μαζί του, νικώντας τον σε κάθε σημείο.
“Αυτός φυλάει το δέντρο”, είπε ο Ηρακλής, “έτσι μου είπαν, το δέντρο πρέπει να είναι κοντά.
Πρέπει να εξουδετερώσω το φύλακα και εξοντώνοντάς τον, να ρίξω τους καρπούς και να τους μαζέψω”.
Όμως,αν και πάλεψε με μεγάλη δύναμη, δεν τον νίκησε.
“Πού είναι το λάθος μου;” είπε ο Ηρακλής.
“Γιατί ο Ανταίος μπορεί να με νικήσει;
Μήπως δεν ήμουν παιδί όταν σκότωσα ένα φίδι στην κούνια μου;
Μόνο με τα χέρια μου δεν το στραγγάλισα;
Γιατί τώρα αποτυγχάνω;”
Παλεύοντας ξανά με όλη του τη δύναμη άρπαξε το φίδι με τα δύο του χέρια, το σήκωσε ψηλά στον αέρα, κρατώντας το αρκετά πάνω από το έδαφος.
Και να! Το έργο έγινε!
Ο Ανταίος νικημένος, είπε: “Θα έλθω ξανά με άλλο παρουσιαστικό στην όγδοη Πύλη. Ετοιμάσου να παλέψουμε πάλι”.
Ο Δάσκαλος, παρακολουθώντας από μακριά, είδε ό,τι συνέβη και ανέφερε το γεγονός στο μεγάλο Προεστό που κάθεται στην Αίθουσα του Συμβουλίου του Κυρίου.
“Η δεύτερη δοκιμασία πέρασε. Ο κίνδυνος ξεπεράστηκε.
Σ’ αυτό το σημείο η επιτυχία στεφανώνει το δρόμο του.”
Και ο μεγάλος Προεστός απάντησε: “Ας προχωρήσει”.
Ευτυχισμένος και σίγουροςο Ηρακλής προχώρησε
- βέβαιος για τον εαυτό του και
- με νέο θάρρος για έρευνα.
Τώρα στράφηκε στη Δύση και γυρίζοντας προς τα εκεί συνάντησε την καταστροφή.
Μπήκε χωρίς σκέψη στην τρίτημεγάλη δοκιμασία και αντιμετώπισε αποτυχία που καθυστέρησε για πολύ τα βήματά του.
Γιατί εκεί συνάντησε τον Βούσιρι, τον μεγάλο Άρχοντα της Πλάνης, γιό των υδάτων και στενό συγγενή του Ποσειδώνα.
Το έργο του Βούσιρι είναι να προκαλεί
- σύγχυση και
- παραπλάνηση
στους υιούς των ανθρώπων με λόγια που φαίνονται σοφά.
Ισχυρίζεται ότι κατέχει την αλήθεια και με ευκολία τον πιστεύουν.
Μιλάει με ωραία λόγια λέγοντας:
“Είμαι ο Δάσκαλος, σε μένα δόθηκε η γνώση της Αλήθειας και για μένα
θυσιαστείτε.
Ακολουθήστε τον δρόμο της Ζωής μέσα από μένα.
Γνωρίζω όσα κανείς άλλος.
Η αλήθειαμου είναι η σωστή.
Όλες οι άλλες αλήθειες είναι λανθασμένες και σφαλερές.
Προσέξετετα λόγια μου, ελάτεμαζί μου και θα σωθείτε”.
Και ο Ηρακλής υπάκουσε.
Καθημερινά αδυνάτιζε η αρχική του προσπάθεια, τρίτη δοκιμασία, μην ψάχνοντας
πια το Ιερό Δένδρο.
Η δύναμή του εξασθενούσε.
Αγαπούσεκαι θαύμαζε τον Βούσιρι και δεχόταν όσα έλεγε.
Αδυνάτιζε μέρα με τη μέρα, παρέμενε εκεί, ώσπου ήρθε η μέρα που ο αγαπημένος
του Δάσκαλος,τον έδεσε σ’ ένα βωμό και τον κράτησε εκεί δεμένο επί ένα
ολόκληρο χρόνο.
Ξαφνικά μια μέρα, καθώς αγωνιζόταν να ελευθερωθεί και κατανοώντας σιγά-σιγά τι ήταν ο Βούσιρις, ήλθαν στο νου του τα λόγια που είχε πει κάποτε ο Νηρέας:
“Η Αλήθεια βρίσκεται μέσα σου.
Μέσα σουυπάρχει
- μια ανώτερη δύναμη
- μια εξουσία και
- μια σοφία.
Στρέψου προς τα μέσα και επικαλέσου την ισχύ σου, τη δύναμη που είναι η κληρονομιά όλων των ανθρώπων που είναι Υιοί του Θεού”.
Ο Ηρακλής
για έναν ολόκληρο χρόνο
αμίλητος,καθόταν φυλακισμένος στο Βωμό,
δεμένος στις τέσσερις γωνίες Του.
Έπειτα με την δύναμη που είναι η δύναμη όλων των Υιών του Θεού,
- έσπασε τα δεσμά του
- άρπαξε τον ψευτοδάσκαλο, που του είχε φανεί τόσο σοφός και
- τον έδεσε στο Βωμό στη θέση που ήταν αυτός ο ίδιος.
Δεν μίλησε καθόλου, αλλά τον άφησε εκεί για να διδαχθεί.
Ο Δάσκαλος που παρακολουθούσε από μακριά, σημείωσε τη στιγμή της αποδέσμευσης και γυρίζοντας στο Νηρέα είπε:
“Η τρίτη μεγάλη δοκιμασία τελείωσε.
Τον δίδαξες πώς να την αντιμετωπίσει και επωφελήθηκε την κατάλληλη στιγμή.
Ας προχωρήσει στο Δρόμοκαι ας μάθει το μυστικό της επιτυχίας”.
Ο Ηρακλής
- εξαγνισμένος αλλά
- γεμάτος με αμφισβητούμενη ανακούφιση
- συνέχισε την έρευνά του και
- περιπλανήθηκε μακριά.
Είχε διδαχθεί πολλά από το χρόνο που πέρασε δεμένος πάνω στο Βωμό.
Προχωρούσε πια με μεγαλύτερη σύνεση στο Δρόμο του.
Ξαφνικά σταμάτησε.
Μια κραυγή βαθιάς απόγνωσης αντήχησε στα αυτιά του.
Μερικοί γύπες, που φτερούγιζαν κυκλικά πάνω από ένα μακρινό βράχο τράβηξαν την προσοχή του. Τότε αντήχησε πάλι η κραυγή.
Έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του ή ν’ αναζητήσει εκείνον που ζητούσε βοήθεια και έτσι να καθυστερήσει στο δρόμο του;
Σκέφθηκε βαθιά το πρόβλημα της καθυστέρησης. Είχε χάσει ένα χρόνο και ένιωθε ότι έπρεπε να βιαστεί.
Και πάλι ακούστηκε η κραυγή και ο Ηρακλής με γοργά βήματα έτρεξε να βοηθήσει τον αδελφό του.
Βρήκε τον Προμηθέα αλυσοδεμένο σ’ ένα βράχο, να αγωνιά και να υποφέρει από φρικτούς πόνους που του προξενούσαν οι γύπες τρώγοντας το συκώτι του, σκοτώνοντάς τον έτσι σιγά-σιγά.
Ο Ηρακλής έσπασε τις αλυσίδες και ελευθέρωσε τον Προμηθέα, κυνήγησε τους γύπες στις μακρινές φωλιές τους.
Περιποιήθηκε τον άρρωστο, μέχρις ότου ανάρρωσε από τις πληγές του.
Κατόπιν, με αρκετή απώλεια χρόνου, συνέχισε το δρόμο του.
Ο Δάσκαλος, παρακολουθώντας από μακριά, μίλησε στον ανήσυχο μαθητή, με αυτά τα ξεκάθαρα λόγια, τα πρώτα λόγια που του είπε από τότε που αυτός άρχισε την έρευνά του:
“Το τέταρτο στάδιο στο δρόμο προς το Ιερό Δέντροτελείωσε.
Δεν σημειώθηκε καθυστέρηση.
Ο κανόνας πάνω στην Ατραπό που διάλεξες, που φέρνει γρήγορα κάθε επιτυχία είναι:
“Μάθε να υπηρετείς”.
Ο ΜέγαςΠροεστός μέσα από το Δώμα του Συμβουλίου του Κυρίου παρατήρησε:
“ Καλώς έπραξε, ας συνεχιστούν οι δοκιμασίες”.
Η έρευνα προχώρησε προς όλες τις κατευθύνσεις.
Από Βορρά και Νότο και από Ανατολή και Δύση, ζητούσε να βρει το Ιερό Δένδρο, αλλά δεν το έβρισκε.
Ήρθε μια μέρα όπου, κουρασμένος από το φόβο και την οδοιπορία, έφτασεμια φήμη από έναν περαστικό προσκυνητή στο Δρόμο, ότι το Δένδρο βρισκόταν κοντά σ’ ένα μακρινό βουνό.
Ήταν η πρώτη αληθινή πληροφορία που του δόθηκε ως τώρα.
Έτσι στράφηκε προς τα ψηλά βουνά της Ανατολής και μια λαμπρή και ηλιόλουστη μέρα αντίκρισε το αντικείμενο της έρευνάς του και αμέσως επιτάχυνε τα βήματά του.
“Τώρα θα αγγίξω το Ιερό Δένδρο”, φώναξε μέσα στη χαρά του,
“θα κατανικήσω τον Δράκο που το φυλάει.
Θα δω τις πολυφημισμένες ωραίες παρθένες και θα κόψω τα μήλα”.
Πάλι όμως ένοιωσε μια αίσθηση βαθιάς στενοχώριας.
Ο Άτλας τον αντιμετώπιζε κλονισμένος από το φορτίο των κόσμων που κρατούσε πάνω στη ράχη του.
Στο πρόσωπό του φαινόταν χαραγμένος ο πόνος.
Τα πόδια του και τα χέρια του λύγιζαν από το βάρος.
Τα μάτια του είχαν κλείσει από την αγωνία.
Δεν ζητούσε βοήθεια.
Δεν είδε τον Ηρακλή, αλλά στεκόταν λυγισμένος από το βάρος, το βάρος των κόσμων.
Ο Ηρακλής παρατηρούσε τρέμοντας και λογάριαζε
- το βάρος του φορτίου και
- τον κόπο του Άτλαντα.
Είχε ξεχάσει την έρευνά του.
Το Ιερό Δέντρο και τα μήλα έσβησαν από τη μνήμη του.
Το μόνο που ήθελε, ήταν να βοηθήσει το γίγαντα και αυτό χωρίς καθυστέρηση.
Ώρμησε μπροστά και με ευκολία μετακίνησε το φορτίο,
σηκώνοντάς το από τους ώμους του αδελφού του, στην δική του ράχη,
παίρνοντάς το ο ίδιοςστους ώμους του το φορτίο των κόσμων.
Έκλεισε τα μάτια τουτονώνοντας τον εαυτό του με μια προσπάθεια, και …. Να!
Το φορτίο κύλησε και ο Ηρακλής στάθηκε ελεύθερος. Το ίδιο και ο Άτλας.
Μπροστά του στεκόταν ο γίγαντας και στο χέρι του κρατούσε τα χρυσά μήλα, προσφέροντάς τα με αγάπη στον Ηρακλή.
Η έρευνα είχε τελειώσει.
Οι τρεις αδελφές κρατούσαν και άλλα χρυσά μήλα και τα έβαλαν στα χέρια του Ηρακλή.
ΗΑίγλη, η ωραία αυτή παρθένα, που είναι η δόξα του Ήλιου που βασιλεύει, βάζοντάς του ένα μήλο στο χέρι του είπε:
“Ο Δρόμοςπου οδηγεί σε μας πάντοτε φέρει την σφραγίδα της υπηρεσίας.
Πράξεις αγάπης είναι τα ορόσημα του Δρόμου μας”.
Τότε η Ερύθεια που φυλά την πύλη από την οποία πρέπει όλοι να περάσουν, προτού σταθούν μόνοι ενώπιον του μεγάλου Προεστού, του έδωσε ένα μήλο πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένη με Φως η χρυσή λέξη ΥΠΗΡΕΣΙΑ.
“Να το θυμάσαι αυτό”, είπε, “μην το ξεχνάς”.
Τελευταία εμφανίστηκε η Εσπερίς, το θαύμα του Εσπερινού Άστρου και του είπε με αγνότητα και αγάπη:
“Προχώρει και πρόσφερε υπηρεσία,
βάδισε τώρα και πάντα τον δρόμο όλων των εξυπηρετητών του κόσμου”.
“Τότε, δίνω πίσω αυτά τα μήλα για εκείνους που ακολουθούν”, είπε ο Ηρακλής και επέστρεψε εκεί απ’ όπου ήρθε.
Έπειτα, στάθηκε μπροστά στο Δάσκαλο και λογοδότησε για όλα όσα έκανε.
Τότε ο Δάσκαλος του έδωσε τη λέξη της χαράς και με το δάκτυλό του έδειξε την τέταρτη Πύλη και είπε:
“Πέρασε από αυτή την Πύλη, πιάσε την ελαφίνα και έλα άλλη μια φορά στον Ιερό Τόπο”.